Τελευταία

Ζωτικό ψεύδος

inside my head

Το παρατηρώ στον κόσμο γύρω μου, τους περαστικούς, τους φίλους, τις παρέες, το βλέπω και σε μένα μερικές φορές. Αρχικά φαίνεται ως σύμπτωση, όσο όμως περνάει ο καιρός γίνεται βεβαιότητα. Ο Ίψεν το είχε ονομάσει «ζωτικό ψεύδος», δηλαδή μια έμφυτη ανάγκη ορισμένων ανθρώπων να πλάθουν και να ζουν μέσα σε έναν ιδεατό κόσμο, ώστε να μπορούν να ανταπεξέλθουν στην πραγματικότητα που φαντάζει σκληρή κι αβάσταχτη και θέλουν ν’ αποφύγουν.  Μέσα από το ψέμα που πολλοί άνθρωποι κατασκευάζουν μπορούν προσωρινά να ξεγλιστρήσουν από μια αμείλικτη πραγματικότητα, την οποία και δεν θέλουν να αποδεχτούν. Συχνά μάλιστα νομίζω ότι με την ομογενοποίηση των ατομικών φαντασιώσεων, δημιουργείται μια ομαδική παράκρουση, ή μπορεί αυτό ακριβώς να αποτελεί και το δικό μου ζωτικό ψεύδος. Πολλοί θα συμπεράνουν πως η κατασκευή και η υιοθέτηση τέτοιων μαζικών ψυχώσεων υποδηλώνει μια κατάσταση συναισθηματικής ανωριμότητας. Ίσως να ισχύει. Δεν μπορώ όμως να μην λάβω υπόψιν ότι για κάποιους δεν είναι τίποτε περισσότερο από έναν αγώνα προσωπικής επιβίωσης κι αν πρέπει να κάνω μια αντιπαραβολή με τα όσα διαδραματίζονται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, τότε καταλήγω ότι δεν υπάρχει ψέμα δίχως μια σκληρή αλήθεια και δίχως την αποκάλυψη του ψέματος δεν θριαμβεύει τελικά και η αλήθεια. Το ζήτημα είναι σε ποια δίνη παραζάλης αντέχει κανείς να ζει.

Aν δεν σας πνίξει το δάκρυ της, θα σας θάψει το γέλιο της

 

 

 

 

10561778_10152545531872908_8869043884643216571_n

«Ο ασίγαστος πόθος για μια νέα ζωή, για περισσότερη δικαιοσύνη και για ανθρωπιά, ποτέ δεν θα καταπνίγει. Χίλιες φορές κι αν συντριβεί, θα ξαναγεννηθεί από τις φλόγες, χίλιες και μία.»
Ρομέν Ρολάν Γάλλος συγγραφέας. (Τιμήθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1915)

Βίντεο

Ευτυχία

«Πραγματική ευτυχία είναι όταν το πρωί με όρεξη πας στη δουλειά σου, και το βράδυ με όρεξη πας στο σπίτι σου» Ναζίμ Χικμέτ (15/1/1902 – 3/6/1963)

http://www.nostimonimar.gr/nazim-chikmet-i-kardia-pou-den-epapse-na-chtipai/

Βουλιάζουμε στο χρόνο

Image

Βουλιάζουμε ασάλευτοι στο παρόν, χωρίς σχέση με παρελθόν και μέλλον. Το παρελθόν μπορεί να το αναπολούμε το πολύ μόνο με νοσταλγία, παθητικά και συγκινησιακά, το μέλλον δεν το δημιουργούμε, χωμένοι καθώς είμαστε μέσα στην ικανοποίηση δύο αδιαπραγμάτευτων ταυτοτικών αιτημάτων: των υλικών αναγκών ζωής και της αέναης διεκδίκησης της αναγνώρισής μας από τους άλλους. Το βίωμα του στατικού παρόντος είναι η θάλλασσα ανίας που σερνόμαστε. Απαιτούμε μια καλύτερη ζωή, αλλά δεν τη σχεδιάζουμε, αφού παίρνουμε διαρκώς παράταση από τον καιρό, ζητούμε απανωτά time out για να «δούμε τι θα κάνουμε». Αυτή η αδιαφορία για τον χρόνο μας θέτει εκτός προοπτικής, δεν προβλέπουμε, γιατί αναβάλλουμε, σαν να μας απειλούν οι πράξεις μας και οι συνέπειές τους. Εμμένουμε στη ρουτίνα εξάπτονται τα συναισθήματα και οι παθογένειες τους, η ανία, η ραθυμία, η αναβλητικότητα, η ανυπομονησία, η κοντή μνήμη, η νοσταλγία, αλλά και ο φθόνος και ο φόβος, συναισθήματα χωρίς μέλλον.
Ίσως αναμένουμε την έλευση ενός ηγέτη-λυτρωτή που θα κομίσει ανέξοδες λύσεις που αναπαράγουν μια ασφαλή ζωή. Τυχαίνει, ωστόσο, όπως συμβαίνει πάντα, ο λυτρωτής να αργεί στο ραντεβού του. Αυτή η ματαίωση φτιάχνει τις τωρινές μνησικακίες, τα φοβικά πάθη, που «μας κρατούν χαμηλά», και μας κάνει να εξεγειρόμαστε χωρίς προοπτική. Έτσι παίζουμε με τη φωτιά, αλλά τούτο το παιχνίδι είναι επικίνδυνο, αφού «υπάρχουν φωτιές που σβήνουν με νερό», αλλά και άλλες «που σβήνουν με αίμα!».
Η μείζονα αιτία των σημερινών δυσχερειών μας, δεν είναι «απλώς» οικονομικές, αλλά πίσω από την οικονομική κρίση κρύβεται ένα μείζον πολιτισμικό έλλειμμα, μια «κρίση πνευματική», που την κρατά φυλακισμένη στην αδράνεια και της απαγορεύει να προβάλλει τα υποκείμενά της με ενσυνείδητο τρόπο στο μέλλον.
Η ελληνική ταυτότητα είναι άρρωστη, από μεταθέσεις ευθυνών, από δυσπιστίες, καχυποψίες, φοβίες, μικροεγωισμούς, από την υπερτίμηση της ιδιωτικότητας σε βάρος του κοινού συμφέροντος, γιατί η κρίση εμπιστοσύνης που ειδικά σήμερα βιώνουμε δεν είναι παρά η άλλη όψη ενός νοηματικού κενού τόσο στο πεδίο των θεσμών όσο και σε αυτό των αξιών. Γι’ αυτό και τα όνειρά μας είναι ομοιόμορφα, φαντασιώσεις εγωιστικής αυτάρκειας περισσότερο παρά πραγματικά όνειρα, επενδύσεις δηλαδή σε ζωντανά σύμβολα που προβάλλουν την ατομικότητα στον μέλλοντα χρόνο.

Βίντεο

Μέρες γερμανικής κατοχής

 

«Τα συλλαλητήρια ακολουθούσαν πάντα την ίδια μέθοδο. Σε μικρές ομάδες θα ξεχυθεί ο κόσμος προς το κέντρο. Σε μικρές ομάδες θα πιάσει τις παρόδους. Κρυμμένες θα είναι οι σημαίες κάτω απ’ τα σακάκια, τα φουστάνια. Κρυμμένες και οι ταμπέλες με τις επιγραφές. Κι όταν δοθεί το σύνθημα την ορισμένη ώρα, τότε θα ξεχυθεί ο λαός στον κεντρικό δρόμο που ορίστηκε για τη διαδήλωση.»
Σπάνιες εικόνες από το παρελθόν (ίσως και το μέλλον) που ο κινηματογραφιστής Άγγελος Παπαναστασίου με κίνδυνο της ζωής του καταγράφει με κάμερα κρυμμένη σε έναν ντενεκέ.

Metaxas-1940-10-28

 

Σκέφτομαι το «ΌΧΙ» . Που για να φτάσεις να πεις σε έναν επίδοξο κατακτητή ή καταπατητή των δικαιωμάτων σου το «OΧΙ», πρέπει να έχεις κατακτήσει μέσα σου την ικανότητα να λες όχι σε πολλά άλλα πράγματα. Σε πράγματα που οι συνθήκες σε πιέζουν ασφυκτικά να πεις το «ναι» και να μην αντιδράσεις. Για να πεις «ΌΧΙ» πρέπει να έχεις άποψη, δύναμη, γνώση. Να έχεις πάνω απ’ όλα Ψυχή. Να ξέρεις τουλάχιστον τι δεν θέλεις, ακόμα και αν δεν ξέρεις ακριβώς τι θέλεις.

Ο Λόγος του Κολοκοτρώνη στην Πνύκα (8 Οκτωβρίου 1838)

Αποτελεί την πνευματική παρακαταθήκη του Γέρου του Μωριά προς τη νέα γενιά. Εκφωνήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1838 στην Πνύκα και πρωτοδημοσιεύτηκε στις 13 Νοεμβρίου 1838 στην αθηναϊκή εφημερίδα «Αιών».

Στις 7 Οκτωβρίου 1838 ο γηραιός στρατηγός και εν ενεργεία Σύμβουλος Επικρατείας Θεόδωρος Κολοκοτρώνης επισκέφθηκε το Βασιλικό Γυμνάσιο της Αθήνας (νυν 1ο Πρότυπο Πειραματικό Γυμνάσιο Αθήνας) για να παρακολουθήσει τη διδασκαλία του γυμνασιάρχη Γεωργίου Γενναδίου (1784-1854) για τον Θουκυδίδη. Τόσο εντυπωσιάστηκε από την «παράδοσιν του πεπαιδευμένου γυμνασιάρχου και από την θέαν τοσούτων μαθητών», ώστε εξέφρασε την επιθυμία να μιλήσει και ο ίδιος προς τους μαθητές. Την πρότασή του απεδέχθη ο Γεννάδιος και λόγω της στενότητας του χώρου και του πλήθους των μαθητών η ομιλία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ορίσθηκε για τις 10 το πρωί της 8ης Οκτωβρίου 1838 στην Πνύκα.

Το γεγονός μαθεύτηκε στη μικρά τότε Αθήνα και εκτός από τους μαθητές, πλήθος ανθρώπων «διαφόρων επαγγελμάτων και τάξεων» συνέρρευσε στην Πνύκα το πρωί της 8ης Οκτωβρίου για να ακούσει τον ηγέτη της Επανάστασης του ’21. Ξαφνικά, στον χώρο της ομιλίας εμφανίσθηκε «σμήνος χωροφυλακής», αποφασισμένο να διαλύσει τη συγκέντρωση, επειδή προφανώς, ως βασιλικότερο του βασιλέως Όθωνα, τη θεώρησε αντικαθεστωτική. Όμως, μετά τη διαβεβαίωση του γυμνασιάρχη και των καθηγητών για το «αθώο της πράξεως», οι χωροφύλακες αποχώρησαν και η ομιλία έγινε κανονικά. Άλλωστε, ο Κολοκοτρώνης δεν αποτελούσε κίνδυνο για τη δυναστεία, αφού τα είχε βρει με τον Όθωνα και κατείχε μάλιστα το αξίωμα του Συμβούλου της Επικρατείας, δηλαδή του πολιτικού συμβούλου του βασιλιά. (Το Συμβούλιο της Επικρατείας εκείνης της εποχής, που ήταν πολιτικό σώμα, δεν πρέπει να συγχέεται με το σημερινό Συμβούλιο της Επικρατείας, που είναι δικαστικός σχηματισμός.)

Παιδιά μου!

 Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα , επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ’ αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ’ αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ’ ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.

 

Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους, αλλ’ απλούς ανθρώπους, χωρικούς καί ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.

 

Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ’ εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ [αντιβασιλέα], έναν πατριάρχη, καί του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες [προεστοί] εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα· διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καί τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί επτώχαινε.

 

Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.

 

Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.

 

Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν άρμάδα. Άλλά δεν εβάσταξε!

 

Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ’ αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ισως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον Βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ’ επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.

 

Εις αυτή την κατάσταση έρχεται ο βασιλεύς, τα πράγματα ησυχάζουν και το εμπόριο και ή γεωργία και οι τέχνες αρχίζουν να προοδεύουν και μάλιστα ή παιδεία. Αυτή η μάθησις θα μας αυξήσει και θα μας ευτυχήσει. Αλλά διά να αυξήσομεν, χρειάζεται και η στερέωσις της πολιτείας μας, η όποία γίνεται με την καλλιέργεια και με την υποστήριξη του Θρόνου. Ο βασιλεύς μας είναι νέος και συμμορφώνεται με τον τόπο μας, δεν είναι προσωρινός, αλλ’ η βασιλεία του είναι διαδοχική και θα περάσει εις τα παιδιά των παιδιών του, και με αυτόν κι εσείς και τα παιδιά σας θα ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μια Θρησκεία. Και αυτοί, οι Εβραίοι, οι όποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστη τους.

 

Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ’ ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε· και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.

 

Τελειώνω το λόγο μου. Ζήτω ο Βασιλεύς μας Όθων! Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι! Ζήτω η Ελληνική Νεολαία!

 

Ιδεοληψίες

Image

 

Προσπαθώ να καταλάβω όσα συμβαίνουν σε αυτή τη χώρα με την ματιά ενός ανθρώπου που ζει ακόμα εδώ. Τα τελευταία χρόνια ζούμε σε μια παρατεταμένη βρεφική κατάσταση θα έλεγα, παρότι ως λαός γερνάμε ραγδαία και γυρνάμε συνέχεια στις παλιές συνταγές και στην εσωστρέφεια. Παρατηρώ να προσπαθούμε να σηκώσουμε τον κορμό του σώματός μας, να πιαστούμε από κάπου και να σηκωθούμε λίγο πιο πάνω από το έδαφος. Μοιάζουμε με μωρά που προσπαθούν να μάθουν να στηρίζονται στα πόδια τους, να μάθουν να περπατούν και έτσι άλλοτε σέρνονται, άλλοτε μπουσουλούν, άλλοτε βαδίζουν, άλλοτε πέφτουν κάτω, κλαίνε και τα βάζουν συνήθως με τον εαυτό τους, κοιτώντας παράλληλα γύρω τους να βρουν ένα χέρι να τα σηκώσει, ίσως και να τα χαϊδέψει, να τους δώσει ένα στήριγμα για να προσπαθήσουν ξανά.
Οι Έλληνες ψάχνουμε στηρίγματα έξω από εμάς, την ίδια στιγμή που ψηλαφούμε μέσα μας για να καταλάβουμε ποιοί είμαστε, να δώσουμε μια ερμηνεία σχετικά με τις καταβολές, τις ρίζες, το παρόν, μα κυρίως το μέλλον μας. Με λίγα λόγια κάνουμε αυτά που κάναμε πάντα, δεν αλλάζουμε. Ψαχνόμαστε και κουλουριαζόμαστε γύρω από τον εαυτό μας.
Φοβόμαστε μην μας πουν φασίστες, εθνικιστές, αριστερούς, δεξιούς, αδερφές, ομοφοβικούς, ελληνάρες, ρατσιστές, οπισθοδρομικούς, αντιευρωπαϊστές, τριτοκοσμικούς και μέσα σε αυτή τη δύσοσμη σούπα που βυθιζόμαστε, πατάμε πάνω σε μια χαοτική αριστερίστικη μπουρδολογική πλατφόρμα και ξάφνου από εκεί που φοβόμαστε τον ίδιο μας τον ίσκιο, τους εαυτούς μας, τις φοβίες και τις εθνικές μας ανασφάλειες σηκώνουμε παντιέρα και δηλώνουμε και καλά ότι είμαστε όλοι μετανάστες, προοδευτικοί, gay friendly, φιλοπρόοδοι, μην τυχόν και δεν το φωνάξουμε και χαρακτηριστούμε ακριβώς για το αντίθετο. Στη χώρα αυτή, είτε είσαι το ένα, είτε είσαι το άλλο. Θα φωνάζεις για τον έναν ή θα φωνάζεις για τον άλλον.
Δεν καταλαβαίνω την Ελληνική κοινωνία, είμαι κι εγώ σάρκα από τη σάρκα της, αλλά νιώθω ξένο σώμα ώρες ώρες. Η Ελληνική κοινωνία είναι βαθιά εμμονική και ιδεοληπτική με την έννοια ότι αντλεί ικανοποίηση από μια θεωρητική έκφραση των προσδοκιών της, ότι προσπαθεί να θεραπεύσει τις πληγές της με τις ίδιες ουσίες που τις δημιουργούν και δεν προσπαθεί να αλλάξει όσα την ενοχλούν, αν βέβαια την ενοχλούν.
Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να υπερασπιστώ τον οποιοδήποτε υπό το πρίσμα της ιδεολογικής συγγένειας, δεν αισθάνομαι ιδεοληπτικός, μπορώ να κατεδαφίζω σήμερα όσα πίστευα χτες και δε νοιώθω ενοχές γι’ αυτό, το θεωρώ απελευθερωτικό, λυτρωτικό, δεν αισθάνομαι την ανάγκη να βρω επιχειρήματα υπέρ της οποιασδήποτε «μειονοτικής» ομάδας, ή τέλος πάντων της οποιασδήποτε ομάδας, του οποιουδήποτε, υπό τον φόβο μην τυχόν και χαρακηριστώ έτσι ή αλλιώς.
Για να το πω κι αλλιώς. Ο μαλάκας, είτε μαύρος, είτε άσπρος, είτε θρήσκος, είτε άθρησκος, είτε αριστερός είτε δεξιός, είτε ανήκει στο οποιοδήποτε σημείο του ιδεολογικού και κοινωνικού φάσματος θα παραμένει μαλάκας κι ο πούστης, ο άναδρος δηλαδή, θα παραμένει άναδρος, είτε την κουνάει την αχλαδιά, είτε βρωμάει βαρβατίλα.
Αυτό που θα περίμενα από την ελληνική κοινωνία είναι να καταδικάζει όσους με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο ασελγούν πάνω της – στο κάτω κάτω τα πάντα είναι και θέμα αισθητικής και αδιαφορώ εάν αυτό ακούγεται ελιτίστικο στον δημόσιο διάλογο – και να πάψει επιτέλους να μεταφράζει τα πράγματα ανάλογα με το χρώμα των γυαλιών που φοράει. Ακόμα και τώρα που πλέον οι παραδοσιακές ιδεολογίες θάμπωσαν, έρχονται να τις υποκαταστήσουν άλλες, περισσότερο θαμπές και φλού.
Ένας λαός ολόκληρος ακόμα και μετά από τόσα χρόνια συνεχίζει να σέρνεται στη γη, να ψάχνει να ορίσει τι είναι, τι θέλει και που πάει, θαλασσοπνίγεται, βυθίζεται από τις ιδεοληψίες του, τον συντηρητισμό και την «προοδευτικότητά» του.Τελικά αυτό που ζητάω, ίσως είναι περισσότερη ωριμότητα, ίσως λιγότερη αφέλεια, ίσως περισσότερη καλαισθησία, ίσως να σταματίσουμε να μοιρολατρούμε ότι δεν μπορούμε να σταθούμε στα πόδια μας…ακόμα και ένα μωρό στο τέλος τα καταφέρνει.